Ύστερ’ απ’ τη βασιλική χάρη θα γλίτωνε τα υπόλοιπα χρόνια της ποινής του.
Η γριά μάνα το έμαθε με χαρά. Το γράψανε οι εφημερίδες. Ήρθανε στην κάμαρά της οι γειτόνισσες της αυλής, οι φίλες της και της το είπανε. Απ’ το πρωί δεν έπιασε να πλύνει τα ξένα ρούχα ― αυτή τη δουλειά στις φτώχες της έκανε η καημένη μάνα για να ζήσει, να στείλει στ’ Ανάπλι, στις φυλακές εκεί, που μέναν οι βαρυποινίτες, λίγα παραδάκια στο παιδί της. Χρόνια τώρα αυτή η δουλειά. Η δυστυχισμένη! Μην είχε στη ζωή τον άντρα της; Κι ήτανε καλός, γραμματισμένος, ανώτερος υπάλληλος στο εμπορικό κατάστημα του Βαρούχα, με ικανοποιητικό μισθό. Μα… ο θεός τον πήρε. Έτσι θέλησε ο Πανάγαθος. Κι έμεινε χήρα, με δυο παιδιά. Έν’ αγόρι κι ένα κορίτσι· τον Γιάννη και την όμορφη Μαντούλα.
