"Κείνο τ’ απομεσήμερο, καθώς το ξεροβόρι κατέβαινε απ’ τη μπασιά του δρόμου, άγριο μανιασμένο, ανεμίζονταν μισοστρατίς, ένα κομμάτι φτηνού μπαμπακερού φουστανιού, κι έδειχνε δυό κερόχρωμους αδύνατους μηρούς και κάτι κάλτσες ξεχειλωμένες, όμοιες με μπαλωμένα τσουράπια.
Η γυναίκα έμενε σα χαμένη. Μόλις κουνούσε το χέρι στο κενό και προσπαθούσε να πιάσει τις άκρες του κουρελιού, να σκεπάσει τη γύμνια της. Σίγουρα, κάτι βάραινε το πνεύμα της. Όλη της η έγνοια, φαίνονταν πως ήταν απάνω σε μια σιδερένια πόρτα ενός δίπατου σπιτιού, που, βρίσκονταν λίγα μέτρα πιο κάτω, φάτσα προς το δικό της μέρος και μόνο σαν άκουγε βήματα πίσω της έστρεφε το κεφάλι και τότες, έβλεπες ένα πρόσωπο τυραγνισμένο, μαυροκίτρινο, αδύνατο σα νάχε απορουφηχτεί από μιζέριες..."
Τρίτη, Ιανουαρίου 30, 2024
Δευτέρα, Ιανουαρίου 29, 2024
ΤΟ ΣΥΝΝΕΦΟ-Μήστος Αλεξανδρόπουλος-Διήγημα-ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ - Λόγος με...
Όπως ήταν καθισμένος πίσω του έβλεπε ότι αυτός φορούσε καλή ρεπούμπλικα και ότι οι πλάτες του είναι γερές, καλοταϊσμένες. Μα και το κουστούμι καινούργιο φαινόταν κι εκείνο. «Ευκατάσταστος άνθρωπος» — σκέφτηκε.
Ως τα τότε δεν τον είχε προσέξει. Τον πήρε ξαφνικά το βλέμμα του σα να είχε ξεφυτρώσει εκείνη τη στιγμή στο μπροστινό κάθισμα. Κάτι περίεργα αισθήματα του έφερνε η γερή κοψιά αυτού του ανθρώπου — κακά αισθήματα και απορούσε κι ο ίδιος. Του έφταιξε αυτός σε τίποτα; Σε τίποτα δεν του είχε φταίξει, ούτε τον γνώριζε, ούτε τον είδε άλλη φορά. Έστεκαν εδώ και λίγα λεπτά μαζί στο πεζοδρόμιο και περίμεναν το τραμ. Αλλά ούτε είχε προσέξει διόλου ότι στέκει κι αυτός και περιμένει. Κατόπιν ανεβήκαν στο τραμ· ούτε και τότε σημείωσε την παρουσία του..."
Κυριακή, Ιανουαρίου 28, 2024
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)